Μινωική πόλη της Φαιστού

Βρίσκεται στην νότιο-κεντρική Κρήτη, στην πεδιάδα της Μεσαράς, 55 χιλιόμετρα νότια από το Ηράκλειο και σε μικρή απόσταση από τον αρχαιολογικό χώρο στην Αγία Τριάδα, τον αρχαιολογικό χώρο στη Γόρτυνα και τα Μάταλα.
Το μινωικό ανάκτορο της Φαιστού αντιστοιχεί σε πόλη που τότε άκμαζε και αναπτύχθηκε στην έφορη πεδιάδα της Μεσαράς κατά τους προϊστορικούς χρόνους, δηλαδή από το 6.000 π.Χ. περίπου μέχρι και τον 1ο π.Χ. αιώνα,
Το πρώτο ανάκτορο στη Φαιστό χτίστηκε το 2.000 π.Χ. περίπου. Μυθικός ιδρυτής της φαίνεται να είναι ο ίδιος ο Μίνωας και πρώτος βασιλιάς ο Ραδάμανθυς, αδερφός του Μίνωα.
Το 1700 π.Χ ισχυρός σεισμός ισοπέδωσε το ανάκτορο, που ξαναχτίστηκε αμέσως. Η Φαιστός σταματάει να αποτελεί το διοικητικό κέντρο της περιοχής και το νέο διοικητικό κέντρο εγκαθίσταται στην γειτονική Αγία Τριάδα. Η Φαιστός εξακολουθεί να αποτελεί το θρησκευτικό και λατρευτικό κέντρο στη νότια Κρήτη.
Το 1450 π.Χ σημειώνεται νέα καταστροφή, όχι μόνο στην Φαιστό, αλλά σε ολόκληρη την Κρήτη. Η πόλη της Φαιστού συνέρχεται από την καταστροφή, κόβει δικό της νόμισμα και συνεχίζει να ακμάζει τους επόμενους αιώνες μέχρι τον 1ο π.Χ. αιώνα, οπότε καταστρέφεται από τη γειτονική Γόρτυνα.
Οι ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή της Φαιστού ξεκίνησαν το 1900 από την ιταλική αρχαιολογική σχολή υπό την ηγεσία των Federico Halbherr και Luigi Pernier ενώ μετά τον πόλεμο ανέλαβε ο Doro Levi. Τα περισσότερα κτίσματα ανήκουν στην νεοανακτορική περίοδο δηλαδή 1700 - 1450 π.Χ. περίπου, ενώ αντίθετα με την Κνωσό δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια αναστήλωσης παρά μόνο συντήρηση.
Ακολουθώντας το πλακόστρωτο δρομάκι αμέσως δίπλα στο parking φτάνετε στο πλάτεμα που βρίσκεται αρχικά το γκισέ των εισιτηρίων. Το εισιτήριο είτε είναι μόνο για την Φαιστό, είτε ένα ενιαίο που συμπεριλαμβάνει επίσκεψη στον αρχαιολογικό χώρο της Αγ. Τριάδας, ελάχιστα χιλιόμετρα προς τα δυτικά.

 

Μινωικό Ανάκτορο στα Μάλια

Βρίσκεται 37 χιλιόμετρα ανατολικά από το Ηράκλειο, στη βόρεια ακτή της Κρήτης.
Ανατολικά από τα σημερινά Μάλια βρίσκεται το μινωικό ανάκτορο των Μαλίων. Είναι το τρίτο σε μέγεθος ανάκτορο της μινωικής Κρήτης και είναι χτισμένο σε μια τοποθεσία προνομιακή, κοντά στη θάλασσα και πάνω στο δρόμο που συνδέει την ανατολική με την κεντρική Κρήτη.
Το ανάκτορο των Μαλίων κατά τη μυθολογία χρησίμευε σαν κατοικία του Σαρπηδόνα, αδερφού του Μίνωα, και πρωτοχτίστηκε το 1900 π.Χ.
Το πρώτο αυτό ανάκτορο καταστρέφεται γύρω στα 1700 π.Χ. και ανοικοδομείται γύρω στα 1650 π.Χ., στην ίδια θέση και με το ίδιο βασικό σχέδιο του παλιού. Το 1450 π.Χ. καταστρέφεται και δεν κατοικείται ξανά. Μόνο στην περίοδο της μυκηναϊκής  κυριαρχίας χτίζεται ανάμεσα στα ερείπιά του ένα μικρό οικοδόμημα που μάλλον ήταν ένα ιερό.
Στα Μάλια υπάρχει το πραγματικό ανάκτορο, έτσι όπως το αποκάλυψαν οι ανασκαφές των αρχαιολόγων. Το μεγαλύτερο μέρος των ερειπίων ανήκει στο νεοανακτορικό συγκρότημα, το δεύτερο δηλαδή ανάκτορο, οι χώροι του οποίου οργανώνονται γύρω από 3 αυλές, την κεντρική, τη βόρεια και την «αυλή του πύργου».

 

Μινωικό ανάκτορο στις Αρχάνες

Βρίσκεται 16 χλμ. νοτιοανατολικά της πόλης του Ηρακλείου, στην κωμόπολη των Αρχανών και στην συνοικία που ονομάζεται Τουρκογειτονιά. Η πρώτη έρευνα έγινε από τον A. Evans. Η συστηματική ανασκαφή από την Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία ξεκίνησε το 1964. Η έκταση του υπολογίζεται ίση περίπου με εκείνη του ανακτόρου της Κνωσού. Έχουν ανασκαφεί: μία είσοδος με κιονωτό πρόπυλο που έβλεπε στην κεντρική αυλή του ανακτόρου, μία τετράγωνη αίθουσα με θρανίο, τετράπλευρο δωμάτιο- φωταγωγός με περιμετρική 4πλευρη κιονοστοιχία που συνέδεε τους δύο προηγούμενους χώρους με τη σκάλα για τον όροφο, διάφορα δωμάτια, ένα ιερό, αποθήκες, μέρος της κεντρικής αυλής, ένας κτιστός βωμός με αυλάκι. Κάποια κινητά ευρήματα είναι: αμφίκοιλοι βωμοί, τριποδικές τράπεζες προσφορών, τμήματα ειδωλίων από ελεφαντόδοντο, πήλινο ομοίωμα οικίας, τελετουργικά σκεύη και άλλα αγγεία, σφραγίδες και πινακίδες της Γραμμικής Α γραφής, σπαράγματα τοιχογραφιών. Τμήματα του ανακτόρου έχουν βρεθεί και σε άλλα σημεία της πόλης.
Αξίζει να αναφερθεί ότι στον χώρο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου ο Evans έκανε την πρώτη έρευνα και εκεί βρήκε την, κατά την γνώμη του, δυτική αυλή μια και εντόπισε κουλούρες - σιτοβολώνες όμοιες με αυτές της Κνωσού, ίσως δε ,από εκεί να προέρχεται το χρυσό δακτυλίδι με την παράσταση των ταυροκαθαψίων, που σαν τμήμα της προσωπικής του συλλογής κατέληξε στο Ashmolean Museum της Οξφόρδης. Υπολογίζεται ότι το οικοδόμημα είχε μέγεθος 18.000 τμ και είναι ευδιάκριτες και οι τρεις περίοδοι (παλαιοανακτορική, νεοανακτορική και μετανακτορική). Είναι το πρώτο μινωικό κτήριο που στα 1980, οι αρχαιολόγοι θα μιλήσουν για μετανακτορική - μυκηναϊκή περίοδο.

 

Γόρτυνα

Βρίσκεται στο νότιο-κεντρικό τμήμα της Κρήτης, 40 λεπτά νότια της πόλης του Ηρακλείου πάνω στον οδικό άξονα που οδηγεί στα Μάλια και τη Φαιστό και απέχει 1 χλμ. από το χωριό Αγιοι Δέκα.
Το όνομά της, το πήρε από το Γόρτυνα, γιος του βασιλιά της Φαιστού Ραδάμανθυ και αδελφός του Μίνωα, ο οποίος και την ίδρυσε. Μια άλλη άποψη υποστηρίζει ότι ιδρυτής της είναι ο Γόρτυνας, καταγόμενος -αυτή τη φορά- από την Τεγέα της αρκαδικής Γορτυνίας. Μια τρίτη παραλλαγή λέει οτι η πόλη ιδρύθηκε από τη βασίλισσα της Κρήτης και μητέρα του βασιλιά Ταύρου, Γόρτυνα.
Το 1884 βρέθηκε και διασώθηκε η Μεγάλη Επιγραφή. Οι εργασίες άρχισαν μετά το 1898, όταν αυτονομήθηκε η Κρήτη, από την Ιταλική Αρχαιολογική Αποστολή σε συνεργασία με την Αρχαιολογική Υπηρεσία, και κράτησαν ως το 1940. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν μεγάλα αρχιτεκτονικά έργα και ευρήματα. Μεγάλο μέρος της πόλης μέχρι και σήμερα δεν έχει ανασκαφεί. Τα πιο σημαντικά ευρήματα είναι στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου.
Η περιοχή της Γόρτυνας κατοικήθηκε τα τελευταία χρόνια της Νεολιθικής περιόδου και τα μινωικά χρόνια. Από τα μέσα της 1ης χιλιετίας π.Χ. και έπειτα ο Γόρτυνα διαδέχεται τη Φαιστό και κυριαρχεί στη Μεσαρά, έχοντας ως κέντρο την ακρόπολη με Πολιούχο το ιερό της Αθηνάς.
Μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τη Ρώμη το 67 π.Χ., η Γόρτυνα έγινε πρωτεύουσα της Κρήτης αντικαθιστώντας την Κνωσό.  Διατήρησε τη θέση της πρωτεύουσας μέχρι την αραβική κατάκτηση, το 828 π.Χ., όπου η πρωτεύουσα μεταφέρεται στο Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο.
Έφτασε στο ζενίθ της ακμής της τον 2ο αι. μ.Χ. Μέχρι τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες (7ος αι. μ.Χ.) ήταν η τελευταία ακμαία εποχή της. Το 796 π.Χ. σχεδόν καταστρέφεται από σεισμό.
Η Γόρτυνα χαρακτηρίζεται από το Ναό του Αγίου Τίτου, που είναι και αρχαιολογικός χώρος, το Ωδείο και τον Πλάτανο, η αίθουσα με τους νόμους της Γόρτυνας, ο παλαιοχριστιανικός ναός της Κρήτης και το Πραιτόριο, την έδρα δηλαδή του διοικητή της Κρήτης.
Ο Πλάτανος

Βρίσκεται στο βάθος του αρχαιολογικού χώρου και συνδέεται με την Αρπαγή της Ευρώπης, κόρη του βασιλιά της Φοινίκης, από το Δία, ο οποίος την ερωτεύτηκε και εμφανίστηκε μπροστά της μεταμορφωμένος σε ταύρο. Αυτή έκατσε στη ράχη του κι εκείνος έφυγε παίρνοντας τη μαζί του. Έτσι έφτασαν στη Γόρτυνα, όπου και της αποκαλύφθηκε, και ζευγάρωσαν κάτω από τον πλάτανο. Τα παιδιά τους ήταν 3 μυθικοί βασιλιάδες της Κρήτης: ο Μίνωας, ο Ραδάμανθυς και ο Σαρπηδόνας.
Η επιγραφή με τους νόμους της Γόρτυνας
Αρχικά, οι νόμοι ήταν εντοιχισμένοι στον τοίχο ενός δημόσιου κτιρίου που χρησιμοποιούσαν ως Βουλευτήριο ή Εκκλησιαστήριο. Περιέχονται στην Δωδεκάδελτο ή Μεγάλη Επιγραφή, η οποία δε βρέθηκε ολόκληρη. Ένα τμήμα της που βρέθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, περιείχε τους 15 πρώτους στίχους της 11ης στήλης. Είκοσι χρόνια μετά, ανακαλύφθηκε ένα νέο τμήμα στο οποίο αναγράφονταν οι 15 πρώτοι στίχοι από τους νόμους. Το 1884 βρέθηκαν ολοκληρώθηκαν οι ανασκαφές και βρέθηκαν όλα τα τμήματα της Μεγάλης Επιγραφής, γεγονός που θεωρήθηκε ως η μεγαλύτερη αρχαιολογική ανακάλυψη του περασμένου αιώνα.
Η Μεγάλη Επιγραφή έχει γραφτεί σε βουστροφηδόν γραφή, με την κατεύθυνση των λέξεων να αλλάζει σε κάθε σειρά εναλλάξ από δεξιά προς τα αριστερά και αντίθετα. Η γραφή αυτή μοιάζει με την κίνηση του βοδιού καθώς οργώνει, έτσι και πήρε το όνομα της. Αποτελείται από 12 στήλες ή δέλτους (Δωδεκάδελτος) και εκτείνεται σε 630 - 640 στίχους, από τους οποίους σώζονται οι 605. Οι νόμοι αφορούν σε ζητήματα αστικού δικαίου και όχι ποινικού ή εμπορικού. Αποτελούν υπόδειγμα λόγο του πνεύματος της ελευθερίας που τους διέπει, καθώς είναι και προοδευτικοί.
Η Μεγάλη Επιγραφή δεν είναι μόνο οι νόμοι της Γόρτυνας, αλλά ο αρχαιότερος ελληνικός κώδικας δικαίου και έχει χαρακτηριστεί ως η μεγαλύτερη προσφορά της Κρήτης, κατά την κλασσική εποχή, στον παγκόσμιο πνευματικό πολιτισμό.
Το Ωδείο
Το Ωδείο διαμορφώθηκε τον 1ο αι. μ.Χ. παίρνοντας τη θέση του Βουλευτηρίου της Γόρτυνας. Εκεί διοργανώνονταν μουσικές και θεατρικές παραστάσεις και απαγγελίες. Είναι κορυφαίο στο είδος του, όπως επίσης και το αρχαιότερο ωδείο στην Κρήτη.

Ο ναός του Αγίου Τίτου
Ο Άγιος Τίτος ήταν μαθητής του Απόστολο Παύλου, καθώς και ο πρώτος επίσκοπος της Κρήτης. Ο ναός χτίστηκε στη Γόρτυνα στα μέσα του 6ου με αρχές του 7ου αι. μ.Χ. Το μεγαλύτερο τμήμα του καταστράφηκε από σεισμό τον 8ο αι. μ.Χ., αλλά στο τμήμα που σώζεται μέχρι και σήμερα, λατρεύεται η Παναγία η Κερά.
Ο ζωγραφικός του διάκοσμος καταστράφηκε τον 16ο αι. μ.Χ. Στο δυτικό τμήμα του ναού υπήρχε προαύλιο, στο οποίο σήμερα υπάρχουν σαρκοφάγοι από μάρμαρο.
Μερικά αρχιτεκτονικά γλυπτά και εκκλησιαστικά σκεύη από την Βασιλική του Αγίου Τίτου της Γόρτυνος βρίσκονται στο Ιστορικό Μουσείο Ηρακλείου.
Το Πραιτόριο
Χρησίμευε ως έδρα και κατοικία του διοικητή της ρωμαϊκής επαρχίας Κρήτης και Κυρηναϊκής.
Η πρώτη φάση του προσδιορίζεται τον 1ο αι.μ.Χ. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές αποκάλυψαν συγκρότημα λουτρών, ιερό αφιερωμένο στους Αυγούστους, μια περίστυλη αυλή, δικαστικό μέγαρο και άλλους χώρους διαφόρων λειτουργιών.

 

Αρχαιολογικός Χώρος Κνωσού

Βρίσκεται στο λόφο της Κεφάλας 5 χλμ. νότια από το κέντρο της πόλης του Ηρακλείου. Στον χώρο, στην ανατολική πλευρά εκτός λόφου, όπου βρίσκονται σήμερα τα ερείπια της μινωικής Κνωσού, έχουν βρεθεί ίχνη νεολιθικής εγκατάστασης που χρονολογούνται από το 6000 π.X. Ήταν έργο του μυθικού αρχιτέκτονα Δαίδαλου. Ήταν πολυόροφο και κάλυπτε περίπου 20.000 τμ.
Κατά την παράδοση, υπήρξε η έδρα του βασιλιά Μίνωα γιου της Ευρώπης και του Δία
Σύμφωνα με την ιστορία,  ένας μεγάλος σεισμός το 1.600π.Χ στάθηκε αιτία να καταστραφεί. Γρήγορα όμως επισκευάστηκε. Η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης το 1.450π.Χ και το τσουνάμι που προκάλεσε, βύθισαν το μεγαλοπρεπές ανάκτορο κάτω από τη γη.
Η Κνωσός είναι συνδεδεμένη με μύθους, όπως η ιστορία του Δαίδαλου και του Ίκαρου, ο Λαβύρινθος του Μινώταυρου και η ιστορία αγάπης του Θησέα και της Αριάδνης.
Το πρώτο ανάκτορο της Κνωσού πρέπει να κατασκευάστηκε μάλλον τον 19ο αιώνα π.Χ. και καταστράφηκε τον 17ο αιώνα. π.Χ. Τον 16ο αιώνα ξανακτίζεται στην μορφή που ξέρουμε από τα σημερινά ερείπια του. Τον 15ο αιώνα π.Χ. η Κνωσός αγγίζει το υψηλότερο σημείο ανάπτυξης της έως και το 1450 π.Χ. περίπου οπότε συμβαίνει μια τεραστία φυσική καταστροφή, η οποία πιθανόν να οφείλεται στην έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας.
Αυτός που έφερε στο φως τα ερείπια της Κνωσού είναι ο Άγγλος αρχαιολόγος σερ Άρθουρ Εβανς, ο οποίος άρχισε συστηματικές ανασκαφές το 1900, που διήρκεσαν έως το 1931.
Στα τριάντα χρόνια ανασκαφικών εργασιών αποκαλύφθηκαν στο σύνολο και οι προηγούμενες φάσεις του ανακτόρου με σημαντικά ευρήματα από τις διάφορες περιόδους κατοίκησης του χώρου. Στην βάση της συστηματικής ανασκαφής του ο σερ Άρθουρ Εβανς επιχείρησε και την μερική αποκατάσταση του ανακτόρου χρησιμοποιώντας σύγχρονα υλικά και σε ορισμένες περιπτώσεις προχώρησε στην συμπλήρωση ολόκληρων τμημάτων που διακρίνουμε σήμερα.