Πρώτοι κάτοικοι της 'Υδρας (ή Υδρέας) ήταν οι Δόλοπες ή οι Δρύοπες. Αρχικά το νησί ανήκε στην επικράτεια της Ερμιόνης. Το 60 π.Χ. αιώνα εγκαταστάθηκαν εκεί Σάμιοι που έφυγαν από την πατρίδα τους μετά από μια αποτυχημένη στάση κατά του τυράννου Πολυκράτη. Αργότερα παραχώρησαν το νησί στους Τροιζήνιους. Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο η νήσος υπαγόταν στην επαρχία Αχαίας με πρωτεύουσα την Κόρινθο και συνέχισε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα τον ιστορικό της βίο. Πριν από το τέλος του 15ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην Ύδρα από την απέναντι πελοποννησιακή ακτή οι πρώτοι έποικοι, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν Αρβανίτες, απόγονοι των Αλβανών για να ενισχύσουν τις δυνάμεις του δεσποτάτου εναντίον των Τούρκων. Το 1745 ναυτολογήθηκαν από το νησί 1Ο κάτοικοι, ενώ το 1770 ο αριθμός των Υδραίων ναυτών του τουρκικού στόλου είχε αυξηθεί σε 50 κάθε χρόνο. Κάτω από τις συνθήκες αυτές το νησί δεν έλαβε μέρος στα Ορλοφικά, όπως άλλωστε και τα άλλα νησιά του Αιγαίου, εκτός από την Κρήτη.
Καταλήφθηκε από τους Ρώσους, οι οποίοι μετά την ναυμαχία του Τσεσμέ (1770), ήταν κύριοι των ελληνικών θαλασσών. Μετά την Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζίκ (1774) τα προνόμια που παραχωρήθηκαν στους νησιώτες ευνόησαν το υδραϊκό ναυτικό. Παρά το γεγονός ότι το νησί ήταν υποχρεωμένο να παρέχει μέχρι την Ελληνική Επανάσταση στην τουρκική αρμάδα ναύτες που ο αριθμός τους κατ' έτος κυμαινόταν από 100 ως 500. Το 1797 Ο Τούρκος αρχιναύαρχος διέταξε τους Υδραίους να στείλουν στον τουρκικό ναύσταθμο 150 ναύτες.
Στις παραμονές του 1821 η 'Υδρα διέθετε 115 πλοία χωρητικότητας πάνω από 100 τόννους και πολλά άλλα μικρότερα. Τα πλοία αυτά επανδρωμένα με ναύτες εμπειροπόλεμους από την υποχρεωτική ναυτολογία τους στον τουρκικό στόλο και από την σύγκρουσή τους με πειρατές αποτέλεσαν, μαζί με τα πλοία των Σπετσών, των Ψαρών και άλλων νησιών, αποφασιστικό παράγοντα για την επικράτηση της Επανάστασης και για την αποτροπή τουρκικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο.
Τον Δεκέμβριο του 1820 έφτασε στην 'Υδρα ο Παπαφλέσσας με επιστολή του Αλεξάνδρου Υψηλάντη προς τον Φιλικό Ιάκωβο (Γιακουμάκη) Τομπάζη και άλλους Υδραίους, σχετική με την προετοιμασία του Αγώνα. Στις 27 Μαρτίου ο Αντώνης Οικονόμου, «πλοίαρχος δευτέρας τάξεως», μυημένος στην Φιλική Εταιρεία, ύψωσε την επαναστατική σημαία και στις 31 Μαρτίου οι πρόκριτοι της 'Υδρας με έγγραφό τους τον αναγνώρισαν ως διοικητή των δυνάμεων του νησιού και ανέλαβαν την υποχρέωση να του συμπαραστέκονται με κάθε τρόπο. Στις 17 Απριλίου ο Οικονόμου, οι πρόκριτοι και ο Υδραϊκός λαός συγκεντρώθηκαν στον ναό της μονής της Παναγίας όπου έγινε δοξολογία από τον αρχιερέα τού νησιού Γεράσιμο και από την στιγμή εκεί, η 'Υδρα βρέθηκε στην πρωτοπορία τού ναυτικού αγώνα.
Τα υδραϊκά πλοία έλαβαν μέρος σε όλες τις ναυτικές επιχειρήσεις του «Τρινησίου στόλου», καταναυμάχησαν επανειλημμένα την τουρκική αρμάδα, και συνετέλεσαν στον θρίαμβο των επαναστατικών δυνάμεων στο Αιγαίο.